Δ.Σ.

"

Σαν εν διαστάσει και χωρισμένος στη συνέχεια πατέρας τριών αγοριών, βρέθηκα σε πολύ ανίσχυρη θέση τα τελευταία τρία χρόνια. Βρέθηκα σε μια θέση αποξένωσης από τα αγόρια μου, κάτι για το οποίο δεν ήμουν καθόλου προετοιμασμένος ψυχικά, παρόλο που νοητικά έμοιαζε νομοτελειακά δεδομένο ότι θα συμβεί. Ίσως γιατί μεγάλωσα ανάμεσά τους ως το τέταρτο αγόρι· κάποιες φορές ένιωθα ο αρχηγός της μικρής μας συμμορίας. Μαζί στα παιχνίδια, μαζί στη μελέτη, μαζί στις σκανταλιές, μαζί στη φροντίδα, ένιωθα άρρηκτο μέλος της αδελφότητας των ίδιων μου των παιδιών. Ίσως κάποιος θεωρήσει ότι η συμμετοχή μου στην τρυφερή συμμορία ήταν μια απόδραση από την πραγματικότητα, από τις υποχρεώσεις μου ως σύζυγος και πατέρας. Ίσως να είναι και έτσι, ίσως πάλι να επιλέγουμε μια σανίδα ψυχικής σωτηρίας και ισορροπίας μέσα στη σκληρότητα του βίου. Το θέμα είναι πως ένιωθα την παρέα μας, την ομάδα μας, τη συμμορία μας ως κάτι που δεν επρόκειτο ποτέ να διαρραγεί. Φαντάζεστε την ελεύθερη πτώση μου στο κενό που ακολούθησε, μόλις δυο μήνες μετά την αποχώρησή μου από την κοινή εστία. Οι παλιοί μου φίλοι, τ' αδέρφια μου, τα παιδιά μου σταμάτησαν να αποζητούν την παρέα μου, την ύπαρξή μου. Δεν απαντούσαν καν στις κλήσεις, στα μηνύματα. Αυτή η άρνηση επικοινωνίας συνοδεύτηκε αργότερα από συνδυασμένες οικονομικές απαιτήσεις που, για οποιονδήποτε τρίτο, θα ακουγόντουσαν ως εκβιασμός. Υπέκυψα σε κάθε απαίτηση, σε μια απέλπιδα προσπάθεια, μια ικεσία επικοινωνίας. Ήμουν πλέον αποσυνάγωγος, ή ίσως τότε το συνειδητοποίησα. Τα πράγματα χειροτέρεψαν. Έφτασαν στο σημείο ο νέος αρχηγός της παρέας μας, ο μεγάλος μου γιος, μαζί με τον υπαρχηγό μας, τον μεσαίο, να μου κάνουν —άθελά τους τα παιδιά— οργανωμένες λεκτικές επιθέσεις, πιστεύοντας ότι προστατεύουν τα συμφέροντα της μητέρας τους, που λογικά θα είναι και δικά τους συμφέροντα. Κάπου εκεί πιστεύω έπιασα πάτο. Η απελπισία μου κορυφώθηκε και γέμισε κάθε χώρο της ύπαρξής μου. Για πολύ καιρό αναζητούσα μια στήριξη μέσα από φίλους αλλά και ειδικούς ψυχικής υγείας. Ως έναν βαθμό, η λογικοποίηση του προβλήματος με βοήθησε. Έβλεπα καθαρά πλέον πως η συμπεριφορά των παιδιών μου δεν είναι επιλογή τους. Ο πόνος όμως που συνέχισα να βιώνω ήταν ανείπωτος. Σε αυτή την κρίσιμη στιγμή γνώρισα τον κ. Γιάννη Γιαννόπουλο, μέσα από κάποια βίντεο που είδα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Με εντυπωσίασε η έμφαση με την οποία μιλούσε για το τραύμα της γονεϊκής αποξένωσης, σαν να το είχε βιώσει. Ήρθα άμεσα σε επαφή μαζί του και ξετυλίξαμε το κουβάρι από την πολύ αρχή. Μοιράστηκα καταρχήν τον πόνο της αποξένωσης από τα παιδιά μου, μοιράστηκα την ενοχή που κουβαλάω απέναντι στα παιδιά μου, μοιράστηκα το αδιέξοδο της ύπαρξής μου, αφού ένας βίος που δεν βιώνεται με τα παιδιά σου καταντά αβίωτος. Κάπου μέσα μου νιώθω πως ο Γιάννης άρχισε σιγά-σιγά να σηκώνει μαζί μου κάποια από αυτά τα βάρη της ψυχής μου. Όταν λέω "σηκώνει", εννοώ να συμ-πονά μαζί μου, ενώ ταυτόχρονα βυθιστήκαμε μαζί στην πρώιμη και νεανική μου ηλικία, αναζητώντας την αρχή πολλών εξελίξεων, τάσεων, επιλογών, φόβων, αδυναμιών και προτιμήσεων. Το ταξίδι αυτό στο παρελθόν και ταυτόχρονα η συνειδητοποίηση του παρόντος με έκανε πιο εύπλαστο πλέον, πιο ανεκτικό και ικανό να διαχειριστώ και να αποδεχτώ τις δυσκολίες της σχέσης μου με τα παιδιά. Η αυξανόμενη συγχωρετικότητα και κατανόησή μου απέναντι στα παιδιά άνοιξε μια χαραμάδα επικοινωνίας μέσα από την οποία πέρασα με τον φακό στο χέρι. Έναν φακό που ως βασικό του καύσιμο έχει πλέον τη συνειδητοποίηση ότι η πληγή της αποκοπής από τα παιδιά σου είναι δυνατόν να επουλωθεί. Όχι δείχνοντας στους άλλους την πληγή σου, όχι πενθώντας τις στιγμές που έχασες, αλλά χτίζοντας τη γέφυρα, την αγκαλιά, το λιμάνι από τη δική σου μεριά, για να υπάρχει γι' αυτούς που πάντα θα αγαπάς. Εύχομαι όσοι βιώνετε κάτι παρόμοιο να βρείτε μέσα από την ψυχική στήριξη έναν βράχο από τον οποίο θα αντλήσετε τη δύναμη να σηκώσετε το δικό σας βάρος.