Τζένη
Όταν πέρασα για πρώτη φορά την πόρτα του γραφείου, ένιωθα άβολα. Θυμάμαι, πέρα από την αμηχανία μου, τη δυσκολία να βρω τις λέξεις και να τις βάλω σε μια σειρά. Είχα έντονο άγχος, αβεβαιότητα για το τι μου συμβαίνει, τη σκέψη ότι είμαι προβληματική που εγώ η ίδια, κάνοντας λάθη, καταστρέφω πέρα από τη δική μου ζωή και τις ζωές των άλλων. Ένιωθα ότι με κοιτάνε όλοι σαν παράταιρη... Πόσο λίγη, πόσο μικροσκοπική και καλύτερα κιόλας να μην υπήρχα γιατί δημιουργώ προβλήματα. (Τι θα πει και αυτός από μέσα του... σκέφτηκα... τι μου ήρθε...) Μάτια που με κοίταγαν με απογοήτευση και λύπη. Κανένας δεν καταλάβαινε τα συναισθήματά μου, τη δική μου πραγματικότητα. Κανένας δεν με άκουγε... σαν να κλείνανε τον ήχο και τα φώτα του χώρου. Ένα σκοτάδι, υγρό με μούχλα και εγώ εκεί να ικετεύω για να ανοίξουν έστω το φως να με δουν να ανοιγοκλείνω το στόμα μου... Θα τους το έκανα εύκολο να με καταλάβουν, αρκεί να με έβλεπαν. Ένα βουητό στα αυτιά, ένα βάρος στην καρδιά και μια σκέψη να μην πάθω τίποτα γιατί έχω ένα παιδί... Μην το απογοητεύσω και αυτό... Ανίκανη μάνα!!!! Πόσο περίεργο, με πόνο συναίσθημα, όταν εγώ η ίδια αισθάνομαι την ανάγκη να είμαι παιδί που θέλει αγκαλιά. Τι λάθος κάνω πια... Ζητάω συγγνώμη για να με συγχωρήσουν... για όλα... Το μόνο που κάνω τελικά είναι να απογοητεύω τους πιο σημαντικούς ανθρώπους της ζωής μου. Αφού απογοητεύω αυτούς... σκέψου οι άλλοι τι σκέφτονται για εμένα. Περνάει ο καιρός... Στάζω αίμα... το βλέπω και το νιώθω που τρέχει... Καθώς περπατάω στο χρόνο, νιώθω να μου τραβιούνται τα χέρια μου, να ξεκολλιούνται στην κυριολεξία από αυτούς που έχω ανάγκη να αγκαλιάζω... Κάποιος με δύναμη με τραβάει αλλά αντιστέκομαι... Δεν θέλω να με τραβάνε... Θέλω να με κολλήσουν ακόμα πιο δυνατά... και ξεριζώνονται σάρκες κολλημένες... Προχωράω αλλά μου λείπουν μέλη σώματος... Απελπισία και μοναξιά... Μια τιμωρία... Ντροπή... Τύψεις... Ήθελα μόνο να με συγχωρήσουν και να με κολλήσουν πάλι... Εκεί είμαι καλά αλλά έχει άγχος πολύ όταν είμαι εκεί... Δεν πειράζει, θα βρω τρόπο να το διαχειριστώ... Δεν θα κάνω φασαρία... Αλλά τώρα που ξεκολλάω κομματιάζομαι... και δεν με βλέπει κανείς... Πώς γίνεται αυτό;!!!! Βρίσκομαι στο μαύρο σκοτεινό δωμάτιο... με μούχλα, ακαθαρσίες και ήχους περίεργους... Γιατί είμαι εδώ; Σε ποιον να πω ότι θα γίνω καλύτερη και να με ανεβάσουν; Κάθε μέρα εκεί, το διέσχιζα, πόσο μακρύ ήταν τελικά... Άκουγα τις φωνές από τον πάνω κόσμο... Πόσο καλά τα καταφέρνουν, σκεφτόμουν... Εγώ πάλι λάθος έκανα... Με πέταξαν αλλά έχω αίματα... Κρυώνω και φοβάμαι... Ντρέπομαι... Όλους τους απογοήτευσα... Ένας-ένας μού ερχόταν στο μυαλό να με κοιτάνε και να κατεβάζουν το κεφάλι από την κατάντια μου... Δεν έχω αξία. Τελικά... μου αξίζει εδώ... Και πώς θα με δουν που θέλω εγώ να έρθουν να με πάρουν αγκαλιά; Ζητιάνα... Δεν θέλω χρήματα... Μόνο αγκαλιά... Έτσι βρώμικη που είμαι, ποιος θα με πάρει; Βρωμάω και μούχλα και αίμα... Ανάξια κόρη είμαι... Ανάξια σύζυγος... Μου αξίζει εδώ... Αν φωνάξω; Μπα... Φύγανε και με αφήσανε... Και το παιδί μου; Πρέπει να μη με δει έτσι... Να τα καταφέρω να ανέβω από τον υπόνομο για το παιδι... Μα ένιωθα ότι κάθε φορά που τους φωνάζω να με ακούσουν, μου κάνουν πατητή να ξαναβουλιάξω κάτω... Εκεί που φοβάμαι... Ντρέπομαι τόσο που καλύτερα να μην υπήρχα. Ρεζίλι τους έκανα... Πάλι, πάλι, πάλι... Ο ψυχολόγος με άκουγε... Ήταν ο ποντικός στο υπόγειο που μου έκανε παρέα και με άφηνε να μιλάω... Με άκουγε... Καμιά φορά στεναχωριόταν αλλά χαμογέλαγε κιόλας γιατί με συμπάθησε... Άρα με πιστεύει; Αφού δεν με ξέρει... Πώς γίνεται αυτό; Ίσως αν με γνωρίσει καλύτερα, θα με αφήσει... Έχει καλύτερα πράγματα να κάνει. Γίναμε φίλοι... Ο ποντικός είχε φακό για τα σκοτάδια, χανζαπλάστ για τις πληγές και καθαρό νερό για να πλύνω τα αίματα. Περπάταγαμε μαζί... Δεν τον ένοιαζε να μιλάει, ήθελε να με ακούει... Και το καλύτερο; Όταν μιλούσα με κοιτούσε κιόλας... Μου είπε ότι θα με βοηθήσει να πάμε στο φως. Είχε τον χάρτη του υπονόμου. Απλά δεν ήξερε να διαβάζει και έπρεπε να του λέω εγώ τον δρόμο... Απλά θα ήταν δίπλα μου για παρέα αφού γίναμε φίλοι!!! Μάλλον με συμπάθησε και το καλύτερο; Πιστεύει αυτά που του λέω... Λες να κοροϊδεύει; Δείχνει φιλικός... Δεν ξέρω αλλά φοβάμαι εδώ και αυτός ο μικροσκοπικός ποντικός με κάνει να νιώθω ασφάλεια. Μου είπε να κάτσει στον ώμο μου για να βλέπει πού πηγαίνουμε... Όλο ψηλή με έλεγε... Χα χα. Του άρεσε πώς περπάταγαμε και είχαμε ωραία συνεννόηση... Δεν με σιχαινόταν, ούτε του βρωμούσα... Καμιά φορά έκανε υπομονή που κουραζόμουν και απογοητευόμουν ότι δεν θα βρούμε την έξοδο ποτέ... Αλλά με πείσμα μού κουνούσε το αυτί για να χαλαρώσω. Κράταγε τον χάρτη επιδεικτικά, απλά δεν ήξερε να διαβάζει... Εγώ έπρεπε να αποκωδικοποιώ τα σύμβολα... Ο ποντικός στην πραγματικότητα δεν ήθελε να ανέβει στον πάνω κόσμο... Ζούσε στον υπόνομο για να κρατάει τον φακό σε αυτούς που πέφτουν... Ο χάρτης ήταν ψεύτικος... Οι άλλοι όμως είχαν λόγο να προσπαθήσουν γιατί κράταγαν τη λύση... Η χαρά του ήταν να δείχνει το φως στα σκοτάδια... Για αυτό ήταν εκεί... Ήρθε ο καιρός και βρήκαμε τη σκάλα που οδηγούσε στην έξοδο... Ήταν τεράστια, επικίνδυνη, βρώμικη με γλίτσα και ψόφιο αίμα... Ένα βήμα τη φορά, έλεγε... Μη βιάζεσαι... Πρέπει να ανεβαίνεις σταθερά και με υπομονή... έλεγε. Ήταν όλο χαρά όταν έβλεπε ότι ανεβαίνουν οι επισκέπτες τους... Και κοίτα!!!! Έλεγε... Έχω και μαξιλάρια... Αν πέσεις... δεν θα χτυπήσεις... θα το ξαναπροσπαθήσεις... Ήξερε τη σκάλα... γλίστραγε εύκολα... Καθώς ανέβαινα, έλεγε με θυμό... Εεεε... Προχώρα... Δεν ανήκεις εδώ!!!! Σε πέταξαν οι άλλοι για να νιώθουν καλύτερα... Εδώ είναι για εμάς τους ποντικούς που μας φοβάστε και σιχαίνεστε οι πάνω... Σήμερα, είμαι στα τελευταία σκαλιά... Το βλέπω το φως... Ακούω τα γέλια των παιδιών! Όταν ανέβω θα τους δω όλους... και αυτούς που με πέταξαν... Και αυτούς που με τιμώρησαν. Τους αρέσει να τιμωρούν... Νιώθουν καλύτεροι μάλλον... Ο ποντικός μού είπε να τους λυπάμαι... Δεν πειράζει αν δεν με ακούν όταν τους μιλάω... Μπορώ να τους αφήσω... Θα υπάρχουν άλλοι που ακούν από μακριά και δίνουν τις πιο ζεστές αγκαλιές... Ο ποντικός θα συνεχίσει να βρίσκεται στα υπόγεια... με έναν φακό και έναν ψεύτικο χάρτη παραμάσχαλα... Κάθε φορά που θα βλέπω υπόνομο, θα θυμάμαι τον φίλο μου. Μου έδειξε το φως στο σκοτάδι, μου γιάτρεψε τα τραύματά μου από το πέσιμο και με άκουγε... με ΠΙΣΤΕΨΕ!! Όταν θα είμαι για τα καλά πάνω... θα ξέρω πια... όποιος δεν με ακούει, δεν πειράζει... Σημασία θα έχει που θα ακούω εγώ εμένα... και θα με πιστεύω για όσα νιώθω... Δεν θα χρειάζομαι αντίλαλο από κανέναν... Μόνο συντροφιά, αγκαλιές και σεβασμό... Με αγάπη και εκτίμηση στον φίλο μου ¨ποντικό¨ Γιάννη, Τζένη